Λεξικό

Υπάρχουν 534 εγγραφές στον κατάλογο που ξεκινούν από το γράμμα Α.
Α γεια σουΈκφραση
Επιβράβευση προσώπου με τα λεγόμενα του οποίου συμφωνούμε. * Α γειά σου, καλά τα λες.*

Αβαδαίος (ο)Ουσιαστικό
Μύγα που ρουφά αίμα από ζώα και ανθρώπους. Εμφανίζεται κυρίως το καλοκαίρι.

Αβανιά (η)Ουσιαστικό
Άδικη κατηγορία, συκοφαντία. * Με βρήκε μεγάλη αβανιά παιδάκι μου. Και να ειπείς ότι το 'κανα κιόλας. * Ζημιά χωρίς υπαιτιότητα.

Αβάντα (η)Ουσιαστικό
Βοήθεια. * Έχει αβάντες αυτός, μη νοιάζεσαι. Εσύ κοίτα τι θ΄ απογίνεις. *

ΑβαντάρωΡήμα
Παρακινώ, στηρίζω, ενισχύω κάποιον για να επικρατήσει.

ΑβάρετοςΕπίθετο
  1. Ακούραστος, εργατικός άνθρωπος.
  2. Άσκαφτο, ασκάλιστο χωράφι.

Αβαρία (η)Ουσιαστικό
Η ζημιά.

ΑβάσταγοςΕπίθετο
Αβάστακτος, που δεν αντέχεται * Αβάσταγος πόνος. *

ΑβάφτιγοςΕπίθετο
Όποιος δεν έχει βαπτιστεί.

Αβγατίζω/ αυγατίζω / αβγαταίνωΡήμα
  1. Πληθαίνω, αυξάνω, πολλαπλασιάζω, * Τα μακαρόνια αβγατίζουν με το βράσιμο. * * Αβγάτισε το βιός του δουλεύοντας σκληρά. *
  2. Προσθέτω επιπλέον σ΄ αυτά που έχω. * Αυγάτισε το σχοινί, δεν φθάνει. *

Αβγοκαγιανάς (ο)Ουσιαστικό
Ομελέτα με αυγά και παστό κρέας.

ΑβγοκόβωΡήμα
Ρίχνω αυγολέμονο στο φαγητό.

Αβδέλλα / βδέλλα (η)Ουσιαστικό
Είδος σκουληκιού. Προσκολλάται στους ζωντανούς οργανισμούς και ρουφά αίμα. Στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκε στην ιατρική για αφαιμάξεις.

ΑβέρταΕπίρρημα
Απλόχερα, σπάταλα, χωρίς περιορισμούς, σε μεγάλη ποσότητα, * Αβέρτα οι συμβουλές απ΄ τους δάσκαλους.* * Φάε αβέρτα, υπάρχει φαγητό. *

ΑβοηθάωΡήμα
Βοηθάω.

ΑγάλιαΕπίρρημα
Αργά αργά – σιγά σιγά *Αγάλια, αγάλια γίνεται η αγουρίδα μέλι. * Σιγά, σιγά ωριμάζει.

Αγανάχτηση (η)Ουσιαστικό
Αγανάκτηση.

Άγανο (το)Ουσιαστικό
Οι βελονοειδής αποφύσεις από τα στάχια του σιταριού και άλλων δημητριακών. Τα *μουστάκια* τους.
Τα άγανα είναι μεταμορφωμένα φύλλα από τα οποία έχει απομείνει το κεντρικό νεύρο που περιβάλλεται από λίγο παρεγχυματικό ιστό. ( http://www.gaiapedia.gr).

ΑγάνταΕπίρρημα
  1. Βάζω όλη μου τη δύναμη, βοηθάω. * Αγάντα και τελειώσαμε. *
  2. Το λέμε για τονώσουμε κάποιον να αντέξει σε μια δύσκολη κατάσταση, ή να κάνει κουράγιο.

ΆγαρμπαΕπίρρημα
Απότομα. * Άγαρμπα του φέρθηκα.*.

ΆγαρμποςΕπίθετο
Ο ατσούμπαλος, αδέξιος, χοντροκομμένος, ο απότομος άνθρωπος. Που δεν έχει χάρη, τρόπους και ευγένεια.

Αγγειά (τα)Ουσιαστικό
Οι όρχεις.

Αγένωτος / ΑγίνωτοςΕπίθετο
  1. Άγουρος. *Τ΄ αχλαδια είν΄ αγένωτα ακόμα*.
  2. Άβραστος, άψητος . *Σε λίγο θα φάμε, δεν είναι γινωμένο ακόμα το φαΐ*.

Αγέρας (ο)Ουσιαστικό
Αέρας, άνεμος.

Αγιάζι (το)Ουσιαστικό
Η πάχνη, πρωινή δροσιά, έντονο διαπεραστικό κρύο και υγρασία.

Αγιοβασιλιού
Του Αγίου Βασιλείου. Την πρωτοχρονιά.

Αγιογδύτης (ο)Ουσιαστικό
Αυτός που εκμεταλλεύεται τους άλλους, χωρίς αναστολές.

Αγιοφύρωτος (ο)Επίθετο
  1. Αγεφύρωτος . Δεν τους ενώνει κάποια γέφυρα.
  2. Μεγάλη απόσταση * Το χάσμα είναι αγεφύρωτο αναμεσά τους*.

Αγκαθιά (η)Ουσιαστικό
Το αγκάθι *Μου μπήκε μια αγκαθιά στο πόδι*.

Αγκίνι (το)Ουσιαστικό
Το μεταλλικό άγκιστρο στο πάνω μέρος στο αδράχτι.

ΑγκινιαστήκανεΡήμα
*Δυο πουλακίδες αγκινιαστήκανε σήμερα*. Δυο νεαρές κότες έκαναν το πρώτο τους αυγό. Η διαπίστωση γινόταν από τη μικροποσότητα αίματος στο τσόφλι του αυγού.

Αγκλέορας (ο)Ουσιαστικό
  1. Το δηλητηριώδες φυτό ελλέβορος. Απ΄ τα σπέρματα του παρασκεύαζαν καθαρτικό.
  2. Πάρα πολύ. * Έφαγε τον αγκλέορα *.
  3. Κακία, κατάρα * Δεν βγάνεις τον αγκλέορα? *

ΑγκομαχάωΡήμα
Αναπνέω δύσκολα, βαριανασαίνω. Βογκάω από κόπο ή από πόνο. *Τι σε ΄βρε κι αγκομαχάς έτσι?*

Αγκούσα (η)Ουσιαστικό
Δύσπνοια, στεναχώρια, δυσκολία αναπνοής , ασφυξία *Με έπιασε αγκούσα, άνοιξε κανά παραθύρι*.

Αγκράφα (η)Ουσιαστικό
Η πόρπη. Το κούμπωμα της ζώνης.

ΑγκρομάζουμαιΡήμα
Ακούω προσεκτικά. Αφουγκράζομαι.

ΑγκυλώνωΡήμα
  1. Τρυπώ με αιχμηρό αντικείμενο ( καρφίτσα, αγκαθιά κλπ.).
  2. Κάνω κάποιον να πονέσει μ΄ αυτά που του λέω.

Αγκωνάρι (το)Ουσιαστικό
  1. Η γωνία του σπιτιού. *Στυλώσου στ' αγκωνάρι*.
  2. Μεγάλη πέτρα πελεκητή για τις γωνίες των σπιτιών. * Ένα αγκωνάρι πελεκάει την ημέρα*.

Αγκωνή (η)Ουσιαστικό
Γωνία του καρβελιού. Θεωρείτο το καλύτερο κομμάτι . *Φάει την αγκωνή να σ' αγαπάει η πεθερά σου*.

Αγκωνιά (η)Ουσιαστικό
Χτύπημα με τον αγκώνα. *Θα φας καμιά αγκωνιά*.

ΑγναντεύωΡήμα
Παρατηρώ από μακριά, κοιτάζω απέναντι, βλέπω.

ΑγνάντιαΕπίρρημα
Απέναντι, αντίκρυ. *Βγήκα αγνάντια κι έκατσα*.

Αγνάντιο (το)Ουσιαστικό
Τόπος σε ύψωμα, όπου κανείς έχει ορατότητα τριγύρω. *Βγες στο αγνάντιο να δεις αν έρχονται*.

Αγνάρι (το)Ουσιαστικό
  1. Χνάρι, ίχνος.
  2. Η πατημασιά.

Αγορά (η)Ουσιαστικό
Το κέντρο του χωριού, όπου είναι συνήθως τα περισσότερα μαγαζιά.

Αγουρίδα (η)Ουσιαστικό
  1. Το άγουρο, το ανώριμο φρούτο, το ξινό.
  2. Το άγουρο σταφύλι. Το χυμός του τον χρησιμοποιούσαν στα φαγητά αντί για λεμόνι (μπάμιες).

ΑγουριέμαιΡήμα
Σκούζω. Κλαίω πολύ δυνατά, γοερά.

ΑγουρογερασμένοςΕπίθετο
Αυτός-η που, παρά την ηλικία του, έχει την όψη γέρου. Ο πρόωρα γερασμένος.

ΑγουροξυπνημένοςΕπίθετο
Όποιος ξύπνησε χωρίς να χορτάσει ύπνο.

ΆγουροςΕπίθετο
  1. Ο αγίνωτος καρπός που δεν έχει ωριμάσει ώστε να μπορεί να φαγωθεί.
  2. Νεαρό άτομο, αναπτυγμένο μεν σωματικά, χωρίς όμως εμπειρία. Ο ανώριμος.

Αγραπιδιά (η)Ουσιαστικό
Γκορτσιά. Η άγρια αχλαδιά.

Άγραφα Επίρρημα
Αυτά που έγιναν είναι απερίγραπτα, είναι ανείπωτα. * Τούτο που γένηκε είναι απ' τ΄ άγραφα!*.

Αγριάδα (η)Ουσιαστικό
  1. Είδος αγριόχορτου.
  2. Θυμός και οργή.

Αγροικάω / γροικάωΡήμα
  1. Ακούω.* Έχε το νου σου μην αγροικήσεις τα γίδια*.
  2. Νιώθω, αισθάνομαι, καταλαβαίνω *Δε γροικάω εγώ από τέτοια*.

ΑγύριγοςΕπίθετο
  1. Αγύριστος. * Αγύριγο κεφάλι σου λέω, μη τον βλέπεις σήμερα που είναι στις καλές του*.
  2. Ο σατανάς * Δε πας στον αγύριστο, λέω γω*.

Αγωγιάτης (ο)Ουσιαστικό
Ο άνθρωπος που κάνει μεταφορές με ζώα, έναντι αμοιβής.

Αγώι  (το)Ουσιαστικό
  1. Το φορτίο που μεταφέρεται με ζώο επί πληρωμή.
  2. * Το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη*.

ΑγωνιέμαιΡήμα
Προσπαθώ, παλεύω, κοπιάζω. *Τι αγωνιέσαι μωρή άλοτρη,τι μαζεύεις, μαζί σου θα τα πάρεις? *

Αδειά (η)Ουσιαστικό
Ευχέρεια, έλλειψη απασχόλησης, αργία, σκόλη.

ΑδειάζωΡήμα
Ευκαιρώ. Είμαι χωρίς υποχρεώσεις - εργασία. *Δεν είμαι αδειανός τούτο τον καιρό*.

ΑδειανόςΕπίθετο
  1. Ο κενός . *Τα πιάτα μας είναι αδειανά*.
  2. Ο εύκαιρος, αυτός μου έχει ελεύθερο χρόνο.

Αδερφομοίρι (το)Ουσιαστικό
Τα μερίδια από τα ακίνητα που κληρονόμησε κάθε ένα από τα αδέρφια.

ΑδιανέμηγοςΕπίθετο
Αμοίραστος.

ΑδικοβάνωΡήμα
Σκέφτομαι αρνητικά για κάποιον. *Μην αδικοβάνεις με το νου σου*.

ΑδόξαστοςΕπίθετο
  1. Δεν έχει δοξολογηθεί.
  2. Ταλαιπωρώ, βασανίζω. *Χάζευαν αρκετή ώρα. Όταν τους πήρα είδηση, τους άλλαξα τον αδόξαστο στη δουλειά*.
  3. Δέρνω, πλακώνω στο ξύλο. *Του 'ριξα όσες μπόρεσα, του άλλαξα τον αδόξαστο*.
  4. Αγανάχτηση Εκνευρισμό. * Τον αδόξαστό μου γ…ώ, όλα τα κακά εμένα θα βρούνε*.
  5. Βρισιά, απειλή.* Θα σου γ…ω τον αδόξαστο, άντε παράταμε*.

ΆδουλοςΕπίθετο
  1. Χωράφι αδούλευτο, χέρσο.
  2. Ο τεμπέλης, ο ακαμάτης άνθρωπος. * Άδουλος δουλειά δεν έχει, το βρακί του λυεί και δένει*.

ΑδράΕπίρρημα
Πληρωμένο ακριβά, με μεγάλη τιμή, αντί μεγάλης οικονομικής ζημίας. *Τον πλήρωσα αδρά*. *Πολύ καλό, μα το αγόρασε αδρά*.

Αδρασκελάω /δρασκελάωΡήμα
  1. Περπατάω με μεγάλα βήματα.
  2. Περνώ από πάνω. *Δρασκέλα το και πέρνα*.

ΑδράχνωΡήμα
Αρπάζω, γραπώνω, πιάνω κάτι βίαια·

Αδράχτι (το)Ουσιαστικό
Ξύλινη βέργα 30-40 εκ περίπου. Εξάρτημα της ρόκας. Λεπτή στις δύο άκρες και εξογκωμένη ελαφρά στο κέντρο. Πάνω της τυλίγεται το νήμα. Στο κάτω μέρος της βρίσκεται απαραίτητα το σφοντύλι κι στο πάνω μικρό άγκιστρο, το αγκίνι.

Αέρας (ο)Ουσιαστικό
  1. Σκοινί 3μ περίπου. Η μια άκρη του ήταν δεμένη στον πάσσαλο (στιχερό) και την άλλη κρατούσε ο (βαλμάς) άνθρωπος που οδηγούσε τα ζώα στο αλώνι. Καθώς ο άνθρωπος ακολουθούσε την κυκλική πορεία των ζώων , το σκοινί τυλιγόταν σιγά σιγά στον πάσσαλο. Όταν είχε τυλιχθεί σχεδόν όλο, σταματούσαν τη διαδικασία και γυρνούσαν τα ζώα έτσι ώστε το ζώο που μέχρι τώρα ήταν μέσα ( κοντά στο στιχερό) να πάει στο εξωτερικό μέρος του κύκλου, και να περιστρέφονται με αντίθετη φορά απ΄ ότι πριν. Καθώς ξανάρχιζε η διαδικασία του αλωνίσματος, το σκοινί άρχιζε να ξετυλίγεται. 'Όταν πλέον είχε ξεδιπλωθεί όλο, αντέστρεφαν τη θέση των ζώων εκ νέου, καθώς και τη φορά της πορείας τους και το σκοινί άρχιζε πάλι τα τυλίγεται. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβανόταν έως ότου το αλώνισμα να ολοκληρωθεί (5-6 ώρες περίπου).
  2. Το ζώο που έτρεχε στο έξω μέρος της σειράς των αλόγων στο αλώνισμα.

Αερικό (το)Ουσιαστικό
Αόρατο κακοποιό πνεύμα , ( στοιχειό, ξωτικό, νεράιδα), που προξενεί σωματικές, νευρικές ή ψυχικές παθήσεις στους ανθρώπους.

Αερογάμης (ο)Ουσιαστικό
Το κιρκινέζι. Μικρό γεράκι που με ελαφρύ φτερούγισμα μένει ακίνητο στον αέρα. Λόγω αυτής της ικανότητας του μπορεί και ζευγαρώνει στον αέρα.

ΆζεχτοςΕπίθετο
Αυτός που δεν ζεύτηκε, δεν μπήκε σε ζυγό.

Αζούρι (το)Ουσιαστικό
Είδος κεντήματος (Αζούρ).

ΑζύγιαγοςΕπίθετο
  1. Αζύγιστος. Όποιος δεν έχει ζυγιστεί.
  2. Το κλεμμένο. * Χτες φάγαμε αζύγιαγο*.

Αθέρα (η)Ουσιαστικό
  1. Η κόψη του μαχαιριού, σπαθιού κλπ. *Χάλασε η αθέρα*.
  2. Το καλύτερο ποιοτικά. Το εκλεκτό. Το άριστο. *Μας πήρε τον/την αθέρα*.

Άθερο (τα)Ουσιαστικό
Αθέριστο. * Το κριθάρι στο καταράχι έμεινε άθερο να το φαν τα πρόβατα΄΄.

ΑθηλύκωτοςΕπίθετο
Ξεκούμπωτος.

Αθηνιά (η)Ουσιαστικό
Η Αθηνά.
Κύριο όνομα.

ΑθρωπεύωΡήμα
Γίνομαι άνθρωπος, ημερεύω.

Άθρωπος (ο)Ουσιαστικό
Ο άνθρωπος.

Αϊ / άιντε/ άμεΜόριο
Πήγαινε *Αϊ στο καλό σου, τράβα σπίτι σου κι άσε ήσυχη*.

Αϊβάζι (το)Ουσιαστικό
  1. Το μοιρολόι *Το πήρες αϊβάζι*.
  2. Μιλά συνεχώς, χωρίς διακοπή.

Αιστάνουμαι Ρήμα
Αισθάνομαι. * Αιστάνουμαι καλά τώρα*.

ΑκαθέριγοΕπίθετο
Ακαθάριστος.

ΑκάλιαγοςΕπίθετο
Ο αταίριαστος.

Ακαμάτης (ο)Ουσιαστικό
Ο τεμπέλης, ο οκνηρός.

ΑκάμωτοςΕπίθετο
  1. Χέρσος. * Ακάμωτα άφηκες φέτο τα χωράφια*.
  2. Άγουρο, ανώριμο. * Τα σύκα είναι ακάμωτα ακόμα*.

ΑκέριοςΕπίθετο
Ακέραιος, ολόκληρος.

ΆκιωτοςΕπίθετο
Ατελείωτος μισοτελειωμένος *Έχει τη δουλειά άκιωτη*.

Ακλαδούρα (η)Ουσιαστικό
Ακλάδευτο αμπέλι.

Άκληρος /  άκλεροςΕπίθετο
Όποιος δεν έχει ο χωρίς απογόνους.

ΑκλουθάωΡήμα
Ακολουθάω.

Ακονάκι (το)Ουσιαστικό
Μικρό φίδι. 

Ακόνι (το)Ουσιαστικό
Ειδική πέτρα με την οποία τροχίζουν μαχαίρια , ψαλίδια κλπ. εργαλεία.

ΑκονίζωΡήμα
  1. Τροχίζω. Κάνω με τη λίμα ή το ακόνι την κόψη κοφτερή. *Ακονίζω το μαχαίρι*.
  2. Είμαι έτοιμος για καβγά *Ακονίζω τα δόντια μου*.

Ακορφάδιστος / ΑκορφολόητοςΕπίθετο
Φυτό που δεν έχει κοπεί η κορυφή του «κορφάδα», δεν έχει «κορφαδιστεί».

ΑκουμπάωΡήμα
  1. Στηρίζομαι.Κάθομαι. *Ακούμπησα λιγουλάκι να πάρω μια ανάσα*.
  2. Αφήνω κάτι κάπου. *Ακούμπα το απάνω στη μάντρα*.

ΑκούρντιγοςΕπίθετο
Ο ακούρντιστος

ΆκουροςΕπίθετο
Αυτός που δεν έχει κουρευτεί. Ο ακούρευτος. *Γιατί έχεις άκουρα τα πρόβατα καλοκαίρι καιρό?*.

Ακούτραφας (ο)Ουσιαστικό
Ο σβέρκος, ο αυχένας

Ακριδολογάω 
Εξετάζω τα πάντα στη παρά μικρή λεπτομέρεια, χωρίς όμως αυτό να έχει κάποια αξία αφού δε φέρνω και κάποιο αποτέλεσμα. Χάνω το χρόνο μου άσκοπα.

ΑκρισάριγοςΕπίθετο
Ακοσκίνιστος, που δεν πέρασε από κρησάρα - κόσκινο.

ΑκώΡήμα
  1. Ακούω.
    * Άκουτα καλά* Άκουσέ τα με προσοχή.
  2. *Τ΄ ακούς? Τ΄ ακώ να λες*. Φράση που χρησιμοποιούμαι για να δώσουμε έμφαση όταν περιγράφουμε κάτι απίστευτο ή εξωφρενικό.

Αλ(ρ)μυρίζωΡήμα
Τρώω μικρή ποσότητα από ένα φαγητό, παίρνω γεύση. *Φάε λίγο να αρμυρίσεις'΄.

ΑλάκαιροςΕπίθετο
Όλος, ολάκερος, ολόκληρος.

ΑλαλάζωΡήμα
Φωνάξω δυνατά από χαρά.

ΑλαλιάζωΡήμα
Διαλύω με φωνές ή ξύλο κάποιον.

Αλάργα / αλάργοΕπίρρημα
Μεγάλη απόσταση. Πολύ μακριά. *Μακριά κι αλάργα*. *Έχουμε ένα χωράφι δυο ώρες αλάργο*.

ΑλαργεύωΡήμα
Ξεμακραίνω, απομακρύνομαι.

ΑλαργινόςΕπίθετο
Μακρινός *Από ξένο τόπο κι απ' αλαργινό…*.

ΑλαφιάζομαιΡήμα
Ξαφνιάζομαι, ταράζομαι, φοβάμαι.

ΑλαφραίνωΡήμα
Ελαφρύνω. Κάνω κάτι πιο ελαφρύ.

ΑλαφροΐσκιωτοςΕπίθετο
Αυτός πού βλέπει ξωτικά, φαντάσματα κλπ.

ΑλαφροκόκκαλοςΕπίθετο
Αυτός που έχει ελαφριά κόκκαλα.

ΑλαφρόμυαλοςΕπίθετο
Άνθρωπος με λίγο μυαλό.

ΑλαφροπατώΡήμα
Πατώντας με ελαφρά βήματα.

ΑλαφρόςΕπίθετο
  1. Ελαφρός, αυτός που έχει μικρό βάρος.
  2. Έχει λίγο μυαλό.

Αλέγ(κ)ροςΕπίθετο
Ο ευδιάθετος, ο εύθυμος, ο ευχάριστος.

Άλειμμα (το)Ουσιαστικό
Το χοιρινό λίπος στη λαήνα.

Αλειτούργητος / Αλειτρού(γ)ητοςΕπίθετο
Αυτός που δεν έχει εκκλησιαστεί.

Άλεσμα (το)Ουσιαστικό
Το δημητριακό που πάει στο μύλο να αλεστεί, ή που έχει αλεστεί.

Αλεστικό  / Ξάι (το)Ουσιαστικό
 Η αμοιβή του μυλωνά (σε χρήμα ή σε είδος (από το προϊόν που αλέθει). * Μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δίνετε*.

Αλέτρι (το)Ουσιαστικό
Το άροτρο.

Αλετροπόδα (η)Ουσιαστικό
  1. Το μέρος του αλετριού το οποίο πατάει ο γεωργός και πιέζει το υνί για να χωθεί στο χώμα.
  2. Ο αστερισμός του Ωρίωνα.

Αλησμόνηκα Ρήμα
Λησμόνησα, ξέχασα.

Αλητάμπουρας  (ο)Ουσιαστικό
Ο αλήτης.

Αλιά / αλίΕπιφώνημα
Αλλοίμονο. 'Αλιά από μένα'. 'Αλί και τρις αλί'

Αλίγδα (η)Ουσιαστικό
Η λίγδα. Η βρομιά από λίπος.

Άλικος -η -οΕπίθετο
Αυτός που έχει βαθύ κόκκινο χρώμα, ο κατακόκκινος·

Αλισ(ι)βερίσι (το)Ουσιαστικό
Συναλλαγή, δοσοληψία. *Με το δικό σου φάει και πιες κι αλισβερίσι μην κάνεις*.

Αλισίβα (η)Ουσιαστικό
Το νερό που παίρνουμε μετά το φιλτράρισμα ( σούρωμα), από το σταχτόνερο που έχουμε βράσει.

Αλλαξιά (η)Ουσιαστικό
Τα ρούχα που θα αντικαταστήσουν αυτά που φοριούνται.

ΑλλαξομουτσουνιάζωΡήμα
Αλλάζω έκφραση προσώπου. *Γιατί αλλαξομουτσούνιασες? Όλα δικά σου τα θες? *.

ΑλλαξοστρατίζωΡήμα
Αλλάζω στράτα, δρόμο. * Μόλις μ΄ είδε κακκάλωσε κι αμέσως αλλαξοστράτισε.*

ΑλλαξοφαϊζωΡήμα
Αλλάζω φαγητό από τα συνηθισμένα. *Θα μαγειρέψω κρέας να αλλαξοφαϊσουμε*.

ΑλλιωτέβωΡήμα
Αλλάζω, μεταβάλω.

Άλλοτε(ς)Επίρρημα
Παλαιότερα, άλλη φορά. *΄Αλλοτες πονεί κι άλλοτες όχι*.

ΑλλοτινόςΕπίθετο
Παλιός, μιας άλλης εποχής, από άλλοτε.

ΑλλούθεΕπίρρημα
Αλλού * Αλλούθε πήγαινες, κι εδώ βρέθηκες?*.

ΑλλουνούΑντωνυμία
Όχι του ίδιου, άλλου. *Αλλουνού παππά ευαγγέλιο*.

Αλμπάνης (ο)Ουσιαστικό
  1. Πεταλωτής, καλιγωτής.
  2. Ο αδέξιος, άπειρος, άσχετος. *Γιατρός είναι αυτός ή αλμπάνης?*.

Αλογόμυγα (η)Ουσιαστικό
Μύγα η οποία βρίσκεται κυρίως στο άλογο.

Αλογόπετρα (η)Ουσιαστικό
Ο Θειικός χαλκός. Η γαλαζόπετρα.

Αλογοσούρτης (ο)Ουσιαστικό
Ο κλέφτης αλόγων.

Αλοιφή (η)Ουσιαστικό
Σκεύασμα φαρμακευτικό. (Καψαλοιφή).

Άλοτρος-Επίθετο
Ο καημένος, ο δυστυχισμένος.

ΑλουπρώτοςΑριθμητικό
Ο πρώτος. * Ήρθα αλουπρώτος*.

ΆλουστοςΕπίθετο
Εκείνος που δεν έχει πλύνει τα μαλλιά του.

Αλπόπλα (τα)Ουσιαστικό
Τα αλεπουδάκια.

Αλπού (η)Ουσιαστικό
Η Αλεπού.

Άλυσος (ο)Ουσιαστικό
  1. Η αλυσίδα.
  2. Τρελάθηκε, Επαναστάτησε. * Έκοψε τον άλυσο*.

ΑλυχτάωΡήμα
Γαβγίζω αδιάκοπα και με ένταση.
Ουσιαστικό Το αλύχτημα.

Αλωνάρης (ο)Ουσιαστικό
Ο μήνας Ιούλιος.

Αλώνι (το)Ουσιαστικό
  1. Πλακοστρωμένος κυκλικός χώρος, με στύλο στο κέντρο 'στιχερό', για το αλώνισμα των σιτηρών.
  2. Ανακατεύω, προκαλώ αναστάτωση, *Ήρθε, μας αλώνισε κι έφυγε*.

Αμ τι/ Εμ τιΈκφραση
Σίγουρα, βέβαια. * - Ήρθες κιόλας? - Εμ τι νόμιζες, θα 'μενα αμανάτι?*.

Άμα πιαΈκφραση
 Τονίζει αυτό που λέχθηκε ή ακολουθεί στη συνέχεια. * Σήκω. Σήκω και φύγε. Δεν αντέχεσαι. Άμα πιά*.

ΑμάλαγοςΕπίθετο
Άθικτος, αγνός, ανέγγιχτος, πεντακάθαρος.

ΑμάλλιαγοΕπίθετο
  1. Νεογέννητο ζώο που δεν έχει τρίχωμα. Κουνέλια, νεοσσοί πουλιών κλπ.
  2. Το παιδί που δεν έχει βγάλει μαλλιά.

Αμανάτι (το)Ουσιαστικό
Το ενέχυρο, υποθήκη, παρακαταθήκη. *Μου τ' άφησε αμανάτι'. 'Έβαλε το χωράφι αμανάτι για να πάρει δάνειο*.

ΑμάραντοςΟυσιαστικό
Φυτό τα άνθη του οποίου διατηρούν το χρώμα και το σχήμα κι όταν είναι ξερά.

ΑμαρκάλιστοςΕπίθετο
Που δεν έχει ζευγαρώσει. (για ζώα).

Αμασκάλη  (η)Ουσιαστικό
Η μασχάλη.

ΑμδέΜόριο
Όχι βέβαια. * Αμδέ, που θα μου πεις εσύ τι να κάνω!*.

Άμε-άμετεΡήμα
Πήγαινε - πηγαίνετε.
Συναντάται μόνο σε αυτά τα 2 πρόσωπα. * Άμε στο καλό, με την ευκή μου παιδάκι μου!΄΄.

Αμελέτητα (τα)Ουσιαστικό
Αυτά που δε εκστομίζονται εύκολα. Οι όρχεις των ζώων.

ΑμετακούνητοςΕπίθετο
Ο σταθερός ο ακίνητος, ο αμετακίνητος.

ΑμετάλλαγοςΕπίθετο
Αμετάλλακτος, αναλλοίωτος.

Αμέτι-μουχαμέτιΈκφραση
*Το 'βαλε αμέτι μουχαμέτι*. Το 'βαλε πείσμα, σκοπό. Ντε και καλά, μεγάλη επιμονή. Αυτό και τίποτε άλλο.

ΑμέτρηγοςΕπίθετο
Αμέτρητος

Αμή, αμέΜόριο
Ναι, βέβαια * - Θα 'ρθεις να πάμε? - Ναι αμέ*.

ΑμοίραγοςΕπίθετο
Ο αμοίραστος.

ΑμολάωΡήμα
  1. Αφήνω ελεύθερο, απελευθερώνω . *Αμολάω τα σκυλιά*. ΄'Την αμόλησε (αερίσθηκε)'. *Αμολάς ό,τι σου κατέβει'. *Αμολάω το νερό*.
  2. Απολύω -ομαι. *Απολύθηκε από φαντάρος*. *Τους έφυγες ή σ' αμολήσανε?*.
  3. Ενέργεια για κάποιο σκοπό. *Δεν αμολιέσαι μέχρι το φούρνο, να πάρεις ψωμί*.
  4. Φουντώνω. * το δέντρο αμόλησε καινούρια βλαστάρια*.

ΑμολόητοςΕπίθετο
Αυτό που δε λέγεται, το απερίγραπτο.

Αμόνι (το)Ουσιαστικό
Μεταλλική βάση κατασκευασμένη από μασίφ ατσάλι. Χρησιμοποιείται για σφυρηλάτηση μετάλλων.

ΑμόνοιαγοςΕπίθετο
Ο αμόνοιαστος, αυτός που δεν 'μονοιάει', δεν ζει αρμονικά με κάποιον άλλο.

Άμπακος / άμπακας (ο)Ουσιαστικό
Το πολύ φαγητό. *Έφαγε τον άμπακο*.

ΑμπάλωτοςΕπίθετο
  1. Το σχισμένο ρούχο, που δεν έχει ακόμα επιδιορθωθεί - μπαλωθεί.
  2. Μεγάλη δυσκολία στην προσπάθεια δικαιολόγησης μιας πράξης, ενέργειας. * Άιντε  τώρα να μπαλώσεις τ΄ αμπάλωτα*.

Αμπάρα  (η)Ουσιαστικό
Σιδερένιος ή ξύλινος μοχλός, που τοποθετείται πίσω από την πόρτα για να εμποδίσει το άνοιγμά της.

Αμπάριζα (η)Ουσιαστικό
  1. Παιδικό παιχνίδι  
  2. 'Κουβέντα δεν είπα. Με πήρε αμπάριζα*. Δεν πρόλαβα να αντιδράσω. Με κέρδισε.

ΑμπαρώνωΡήμα
Ασφαλίζω την πόρτα με αμπάρα.

Αμπλαούμπλας (ο)Ουσιαστικό
Όποιος συνεχώς λέει και κάνει βλακείες.

ΑμποδάωΡήμα
  1. Εμποδίζω, δεν επιτρέπω, αποτρέπω.
    *Αμπόδα τον*. - Κράτησέ τον. Λέγεται όταν εμποδίζουμε ανθρώπους να χτυπηθούν .
    *Αμπόδα τα, μη μπουν στο σπαρμένο*. ¨όταν θέλουμε να αποτρέψουμε κάποια ζημιά.
  2. Το χωράφι που δεν επιτρέπεται η βοσκή ξένων ζώων, λέμε ότι *αμποδιέται*.

Αμυαλιά (η)Ουσιαστικό
Χωρίς μυαλά, ανοησία.

Αμωρίλα (η)Ουσιαστικό
Οκνηρία, τεμπελιά *Μ΄ έχει πιάσει μια αμωρίλα*.

ΆμωροςΕπίθετο
Ο τεμπέλης, ράθυμος, αργοκίνητος, οκνός.

Ανάβαθα Επίρρημα
Χωρίς βάθος ρηχά.

ΑναβαλίτσαΟυσιαστικό
Σκανταλιά , διαβολιά, φασαρία.

Αναβόλα (η)Ουσιαστικό
Το κάθετο όργωμα στις άκρες του χωραφιού για να μην μπαίνει το ζευγάρι στα διπλανά χωράφια

Αναβροχιά  (η)Ουσιαστικό
Χωρίς βροχή, στέγνια.

ΑνάβωΡήμα
  1. Ζεσταίνομαι υπερβολικά *Άναψα, θα πάω μακριά απ’ τη φωτιά*.
  2. * Θα στην ανάψω*. Θα σε πυροβολήσω.
  3. *Μη μ΄ ανάβεις*. Μη με εκνευρίζεις.

Αναγαλλιάζω Ρήμα
Αισθάνθηκα αγαλλίαση, ψυχική ευφορία.

ΑναγελώΡήμα
Κοροϊδεύω, περιπαίζω, γελώ εις βάρος κάποιου.

ΑναγκαβέλαΟυσιαστικό
Η ζαλάδα.

ΑναγλιτσιάζωΡήμα
  1. Ημιτελής απόπειρα για καθαρισμό. *Ποιον κοροϊδεύεις ότι τα 'πλυνες , ίσα ίσα που τ΄ αναγλίτσιασες*. Λέγεται για τα ρούχα που δεν έχουν πλυθεί σωστά κι έχει παραμείνει βρωμιά τόση ώστε να είναι ορατή, αλλά κι όταν τα πιάσεις αισθάνεσαι ότι γλιστράνε στο χέρι σου.
  2. Βροχή ήταν αυτή? Ίσα που αναγλίτσιασε το χώμα*. Όταν το χώμα υγραίνεται μόνο επιφανειακά και γλιστράει.

ΑναγομάωΡήμα
Ανακατεύω. Πχ το χώμα, τα ρούχα στη ντουλάπα.

Αναγούλα (η)Ουσιαστικό
  1. Η τάση για εμετό.
  2. Η απέχθεια, αποστροφή *Τον είδα και μου ‘ρθε αναγούλα*.

ΑνάγυραΕπίρρημα
Όχι απ' ευθείας αλλά γύρω-γύρω. Από ποιο μακρινό δρόμο. *Πάμε ανάγυρα, απ΄ τον όχτο, το χωράφι είναι μια λάσπη*.

Αναδεξιμιός (ο)Ουσιαστικό
 Ο βαφτισιμιός, το βαφτιστήρι.

Αναδεύω Ρήμα
Ανακατεύω, αναταράσσω. *Ανάδεψε το γάλα να μην κολλήσει*.

ΑναδίνωΡήμα
Βγάζω, εκπέμπω δυσοσμία.

ΑναζουπάωΡήμα
Συνέρχομαι, ανακτώ τις δυνάμεις μου μετά από κούραση ή ασθένεια.

Αναθεματίζω Ρήμα
Καταριέμαι. Αναθεματίζω.

ΑναίστητοςΕπίθετο
Αναίσθητος.

ΑνακαθισμένοςΕπίθετο
Καθισμένος καλύτερα και πιο αναπαυτικά.

Ανάκαρο (το)Ουσιαστικό
Σωματική δύναμη, κουράγιο, ψυχική διάθεση, όρεξη, τόλμη. Η αντοχή. *Δεν έχω ανάκαρα*.

Ανακατερά / ΑνάκαταΕπίρρημα
Όλα μαζί, ανακατωμένα.

Ανακατοσούρα (η)Ουσιαστικό
  1. Η αναστάτωση.
  2. Γυναίκα που ανακατεύεται σε όλα.

Ανακάτωμα / Ανακάτεμα (το)Ουσιαστικό
  1. Τάση για εμετό.
  2. Αναστάτωση, αναταραχή.

ΑνακατωμένοςΜετοχή
  1. Καταστάσεις μπερδεμένες τόσο πολύ που δεν ξεδιαλύνονται εύκολα. * Ανακατωμένος ο ερχόμενος΄΄.
  2.  Ο αναμεμειγμένος.

ΑνακατώνωΡήμα
  1. Ανακατεύω. * Ανακάτεψε το φαΐ να μην πιάσει*.
  2. Μπερδεύω, περιπλέκω * Ανακατωθήκανε τόσο πολύ κι άντε τώρα να τα ξεμπερδέψεις*.
  3. Αναμειγνύομαι, μπλέκω. * Κάτσε στ΄ αυγά σου εσύ. Ποιος σου 'ρε ν' ανακατωθείς*.
  4. Αναστατώνω. * Ήρθε μια της μιας, μας ανακάταψε καλά καλά κι έφυγε σαν κύριος*.

Ανακαψίλα (η)Ουσιαστικό
Το αίσθημα καψίματος στο στομάχι, οι καούρες.

ΑνακλαδίζομαιΡήμα
  1. Τεντώνω το κορμί μου, απλώνομαι από την κορυφή ως τα νύχια. Τέντωμα μετά τον ύπνο συνοδευόμενο με χασμουρητό.
  2. Μεταφορικά η τεμπελιά, *Τί ανακλαδίζεσαι όλη την ώρα, σ΄ έχει φάει η τεμπελιά*.

ΑνακούρκουδαΕπίρρημα
Η θέση με λυγισμένα τα γόνατα με το βάρος του σώματος να πέφτει στα δάχτυλα των ποδιών.

ΑναλαμπήΟυσιαστικό
Μικρό ευχάριστο διάλειμμα που συνήθως προμηνύει  άσχημη έκβαση. *Είχε μια αναλαμπή, μετά από λίγο όμως ξεψύχησε*. * Έκανε μια αναλαμπή και μετά άρχισε το χιονόνερο*.

Αναλήγωμα (το)Ουσιαστικό
Το ξεπάγωμα, η τήξη η μετατροπή από στερεό σε υγρό. π.χ. παγωμένου λαδιού, λίπους, καταψυγμένου προϊόντος.

ΑνάλλαγοςΕπίθετο
Το άτομο που δεν άλλαξε τα ρούχα του. Να βγάλει τα βρώμικα, προκειμένου να φορέσει *αμάλαγα* καθαρά.(Πού πας έτσι ανάλλαγος, τι θα ειπεί ο κόσμος!*.

Αναλυτή (η)Ουσιαστικό
Αραιοπλεγμένη (για δαντέλα ).

Ανάμα (το)Ουσιαστικό
Το κρασί της μετάληψης.

ΑναμαλλιάρηςΕπίθετο
Ο αχτένιστος. Άτομο με ανακατεμένα, μπερδεμένα μαλλιά.

Αναμαλλίδα (η)Ουσιαστικό
Το χνούδι.

ΑναμέλαΟυσιαστικό
Το τύμπανο του αυτιού *Μου ‘φαγες την αναμέλα*.

ΑνάμεραΕπίρρημα
Απόμερα, σε τόπο απομακρυσμένο. Παράμερα

ΑναμερίζωΡήμα
Απομακρύνομαι, μετακινούμαι από την θέση μου. Παραμερίζω

ΑναμπαίζωΡήμα
Κοροϊδεύω, εμπαίζω, γελώ εις βάρος κάποιου.

Αναμπαμπούλα (η)Ουσιαστικό
Αναστάτωση, ακαταστασία *Ο λύκος στην αναμπαμπούλα χαίρετε*.

Αναντάμ παπαντάμΕπίρρημα
Από τα πολύ παλιά χρόνια. Ανέκαθεν.

Αναπαή / Αναπαμός / Ανάπαψη (η)Ουσιαστικό
Η ανάπαυση, η ξεκούραση. *Αναπαή δεν έχεις, κάτσε μια στάλα να πάρουμ' ανάσα!*.

Αναπάντεχα Επίρρημα
Απρόσμενα, μη αναμενόμενα.

ΑναπαύομαιΡήμα
Ησυχάζω. *Δεν αναπαύομαι αν δε τα ιδώ να ‘ρχονται*.

ΑναπιάνωΡήμα
Ανακατεύω το προζύμι, που είχαν κρατήσει από προηγούμενο ζύμωμα, με αλεύρι και νερό, για να ανανεωθεί και να γίνει περισσότερο.

Ανάποδη (η)Ουσιαστικό
  1. Χτύπημα με την εξωτερική μεριά της παλάμης. *Θα σου αστράψω καμμιά ανάποδη*.
  2. Η άλλη πλευρά. * Φόρεσες τη μπόλκα σου τ΄ ανάποδα*.
  3. Προειδοποίηση με στοιχεία απειλής. * Κοίτα μη με γνωρίσεις κι απ΄ την ανάποδη*.

ΑναποδιάΟυσιαστικό
Κακοτυχία, μεγάλη δυσκολία.

Αναραχός (ο)Ουσιαστικό
Η τύχη, το ποδαρικό. * 'Εχει καλό αναραχό κι όλα του πάνε καλά*.

ΑνάριαΕπίρρημα
  1. Αραιά όχι πυκνά *'Ανάρια καθήστε να μη ζεσταινόσαστε*.
  2. Όχι συχνά *Ανάρια ανάρια το φιλί να ‘χει και νοστιμάδα*.

ΑναρίγησαΡήμα
Ανατρίχιασα.

ΑνάριοςΕπίθετο
Ο αραιός

ΑνάρμεγοςΕπίθετο
Το ζώο που δεν έχει αρμεχτεί.

ΑνάρριχταΕπίρρημα
Ρούχο ριγμένο στον ώμο. * Έβαλε το σακάκι ανάρριχτα και πάει*.

ΑνάρτυγοςΕπίθετο
Το νηστίσιμο φαγητό. Το αλάδωτο. *Άφησες το φαΐ ανάρτυγο*.

Ανασασμός (ο)Ουσιαστικό
Ανάσα, ξεκούραση, ανακούφιση. * Ανασασμό δεν έχει, απ' το πρωί παλεύει*.

ΑνασγουρλεύωΡήμα
Ανακατεύω, ψάχνω.

ΑνασκελώνομαιΡήμα
Πέφτω με την πλάτη στο έδαφος. *Πέφτω τ' ανάσκελα*.

Ανασκουμπώνομαι Ρήμα
  1. Σηκώνω τα μανίκια για να μην με εμποδίζουν όταν εργάζομαι·
  2. Προετοιμάζομαι να δράσω. *Ανασκουμπωθείτε και πάμε*.

ΑνάσπιταΕπίρρημα
Γύρισα όλα τα σπίτια ψάχνωντας κάτι.

Ανασταίνω -ομαιΡήμα
  1. Μεγαλώνω παιδιά: *Με κόπους και βάσανα σας ανάστησα*. < br> Φυτά: Τα φρόντιζε κι αναστηθήκανε*.
  2. Ζωντανεύω, επαναφέρω κάποιον στη ζωή.
  3. Δυναμώνω, γίνομαι καλά.

ΑνατσουτσουρώνωΡήμα
Αντιδρώ, θυμώνω. Παίρνω τ΄ απάνω μου.

Αναφακάς (ο)Ουσιαστικό
*Μου ‘κοψες τον αναφακά*. Η τύχη, το όφελος.

ΑναφουφουλιάζωΡήμα
Ανακατεύω το περιεχόμενο ( πούσια ή άχυρα) στα μαξιλάρια και στα στρώματα για να ανασηκωθούν και να πάρουν αέρα να γίνει πιο αφράτα. Να αεριστούν και να φρεσκαριστούν.

ΑναφούφουλοςΕπίθετο
Ο αφράτος, ο αεράτος.

ΑναχαράζωΡήμα
Μασάω ξανά την τροφή, μηρυκάζω.

ΑνεβάσταγοςΕπίθετο
Ο ανυπόμονος, αυτός που δεν κρατιέται.

Ανεβάτης (ο)Ουσιαστικό
Το *κόκαλο* που μας βοηθάει να φοράμε τα παπούτσια.

Ανεβατό (το)Ουσιαστικό
Ψωμί ζυμωμένο με προζύμι.

ΑνεγνώριγοςΕπίθετο
Ο αγνώριστος. * Με τόσα μαλλιά και γένια ανεγνώριμος έγινες*.

ΑνέκοπαΕπίρρημα
Χωρίς κόπο, χωρίς προσπάθεια.

Ανέμη (η)Ουσιαστικό
Ξύλινη κατασκευή που περιστρέφεται κι έτσι ξετυλίγεται το νήμα της κούκλας που έχει τοποθετηθεί επάνω της και τυλίγεται στα μασούρια.

Ανεμίδι (το)Ουσιαστικό
Μηχάνημα που συνεργάζεται με την ανέμη. Τα βασικά μέρη του είναι: ο τροχός, ένας ιμάντας και ο άξονας. Ο τροχός περιστρέφεται με μανιβέλα. Κινεί τον ιμάντα, ο οποίος μεταφέρει την κίνηση στον άξονα. Στον άξονα τοποθετούμε το μασούρι (καλάμι) το οποίο περιστρέφεται μαζί του. Στο μασούρι στερεώνουμε την άκρη από το νήμα που έχουμε τοποθετήσει στην ανέμη. Καθώς το καλάμι περιστρέφεται, τραβά το νήμα από την ανέμη, θέτοντάς την έτσι σε περιστροφική κίνηση, το οποίο σιγά σιγά τυλίγεται πάνω του. Όταν γεμίσει με κάποια ποσότητα αντικαθίσταται από άλλο άδειο. Έτσι συνεχίζεται η διαδικασία έως ότου ετοιμάσουμε την ποσότητα που είναι απαραίτητη.

Ανεμοβρόχι
Βροχή συνοδευόμενη από άνεμο.

Ανεμογκάστρι (το)Ουσιαστικό
Ψεύτικη κύηση.

Ανεμομάζωμα (το)Ουσιαστικό
  1. Ό,τι μαζεύει, ό,τι φέρνει ο άνεμος.
  2. Ό,τι αποκτούμε τυχαία, εύκολα, χωρίς κόπο ή με δόλιο τρόπο. *Ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα*.

ΑνεμοτουρλάωΡήμα
  1. Ανακατεύω, *Βρήκα το σπίτι ανεμοτουρλημένο*.
  2. Μεταφορικά για όποιον προκαλεί αναστάτωση, φασαρία. *Πήγε, τους ανεμοτούρλησε καλά καλά κι έφυγε*.

Ανεμυαλιά  (η)Ουσιαστικό
Χωρίς σκέψη- μυαλό, ανοησία.

ΑνεπρόκοποςΕπίθετο
Χωρίς προκοπή , ακαμάτης, τεμπέλης.

ΑνερώτηγαΕπίρρημα
Χωρίς να ρωτήσει και να λάβει άδεια. * Mπήκε ανερώτηγα στο χωράφι*.

ΑνευχαρίστηγοςΕπίθετο
Αυτός που δεν ευχαριστείται.

ΑνεχόρταγοςΕπίθετο
Αχόρταγος.

ΑνήλιαγοςΕπίθετο
Συνηθέστερα λέγεται ο τόπος που δεν τον βλέπει ο ήλιος.

ΑνήμποροςΕπίθετο
Ασθενής, ανάπηρος, χωρίς δυνάμεις αδιάθετος. < br> Ουσιαστικό: Ανημπόρια.

Άνθρακας (ο)Ουσιαστικό
Ασθένεια των ζώων. Μεταδίδεται στον άνθρωπο με την επαφή ή τη χρήση προϊόντων από ζώα που νοσούν.

ΆνιφτοςΕπίθετο
Αυτός που δεν έχει νιφτεί, ο άπλυτος στο πρόσωπο και τα χέρια.

Ανοιχτομάτης  (ο)Ουσιαστικό
  1. Όποιος έχει ανοιχτά τα μάτια του.
  2. Ο πανέξυπνος. Αυτός που αντιλαμβάνεται γρήγορα όσα συμβαίνουν.

ΑνόρεχτοςΕπίθετο
Χωρίς όρεξη, ανορεξία.

ΑντάμαΕπίρρημα
Μαζί.

ΑνταμικόςΕπίθετο
Συνεταιρικός, ομαδικός.

ΑνταμώνωΡήμα
Συναντώ.
Ουσιαστικό: Αντάμωση * Καλή αντάμωση*. Με το καλό να ξαναβρεθούμε.

Ανταμωτό
Είδος ύφανσης στον αργαλειό, με χρωματιστά τετράγωνα.

Αντάρα (η)Ουσιαστικό
  1. Η ομίχλη, η καταχνιά.
  2. Σύγχυση, ταραχή, αναστάτωση.

Ανταρτεύω-ομαιΡήμα
Αγριεύω, θυμώνω, γίνομαι  αντάρτης.

ΆνταφλαΕπίρρημα
Απρόσεχτα, άτσαλα και βιαστικά. *Άνταφλα περπατάει και θα φάει τη μούρη του*. ( Θα πέσει και θα χτυπήσει)

Αντερί  (το)Ουσιαστικό
Το εσωτερικό ράσο των ιερέων.

Άντερο (το)Ουσιαστικό
Το έντερο. * Δε μου 'μεινε άντερο απ' τα γέλια*.

Αντεροκόψιμο (το)Ουσιαστικό
Ο πόνος των εντέρων, της κοιλιάς.

ΑντεσηκώνομαιΡήμα
Σηκώνομαι για λίγο από τη θέση μου, προκειμένου να γίνει μια σύντομη χρονικά εργασία και κάθομαι ξανά. *Αντεσήκω τα χέρια σου να στρώσω το πανί*.

Αντέτι (το)Ουσιαστικό
Έθιμο – συνήθεια *Το ‘χει αντέτι το χωριό*.

Αντζιά (τα)
Τα πόδια.

Αντήλιο (το)Ουσιαστικό
Βάβω την παλάμη μου στο μέτωπο, πάνω από τα μάτια, για να μη με στραβώνει ο ήλιος.

Αντί (το)Ουσιαστικό
Κυλινδρικά εξάρτημα του αργαλειού. Στο πίσω αντί τυλίγεται το στημόνι και στο μπροστά το υφαντό.

Αντίγαμος (ο)Ουσιαστικό
Γιορτή που οργανώνουν οι συγγενείς των *νιόνυφων*, για την επίσκεψη - επιστροφή της νύφης στο πατρικό της σπίτι, μετά την όγδοη μέρα του γάμου.

Αντίδερο (το)Ουσιαστικό
Το αντίδωρο.

ΑντιπατάωΡήμα
Περπατάω χτυπώντας δυνατά τα πόδια μου.

ΑντιπροψέςΕπίρρημα
Παραπροχθές.

ΑντιριέμαιΡήμα
Επιφυλάσσομαι, έχω αντίρρηση.

ΑντίςΠρόθεση
Αντί, προκειμένου να.

Αντιστύλι  (το)Ουσιαστικό
Ξύλινο ή μεταλλικό δοκάρι, τσιμεντένια ή πέτρινη ή άλλη κατασκευή, που μπαίνει ως υποστήριγμα. Το στήριγμα, η υποστύλωση. 

Αντιψύχι (το)Ουσιαστικό
Πρόχειρο και μικρής ποσότητας φαγητό, για αντιμετώπιση μεγάλης πείνας.

ΑντούβιανοςΕπίθετο
Άνθρωπος χοντροκομμένος χωρίς ευαισθησίες. Βλάκας, χαζός. Που δεν αντιλαμβάνεται τι του λες. Δυσκολεύεται σε όλους τους τομείς. Γλώσσα, μαθηματικά κλπ.

ΑντρίκειοςΕπίθετο
Ο ανδρικός, έτσι όπως ταιριάζει στους άντρες.
Eεπίρρημα: . αντρίκεια. *Αντρίκειες κουβέντες*.

Αντρογυναίκα  (η)Ουσιαστικό
Μεγαλόσωμη και δυναμική γυναίκα.

Αντρομίδα (η)Ουσιαστικό
Μάλλινο ρούχο φτιαγμένο στον αργαλειό και επεξεργασμένο στη νεροτριβή. Κλινοσκέπασμα.

Άντυτος Επίθετο
  1. Αυτός που δεν φοράει καθαρά ρούχα * Έτσι πας? Άντυτος κι αξάγκληγος. Ποιος να σε ιδεί και να μη φρίξει! *
  2. Ο γυμνός. Ο γδυτός.
  3. Χωρίς ντύμα. * Μάλωσε ο δάσκαλος τη Λάμπω που 'χε άντυτα τα τετράδια*.

Ανυφαντίλα (η)Ουσιαστικό
Η ελλαττωματική ύφανση στο πανί του αργαλειού. Το κενό στη ύφανση.

Ανώφυλο (το)Ουσιαστικό
Ξύλινο δοκάρι, πάνω από το παράθυρο για να κρατάει το βάρος του τοίχου.

ΑξάγκληγοςΕπίθετο
 Αχτένιστος, με μπερδεμένα γεμάτα κόμπους μαλλιά. 'Μην είσαι αξάγκληγη, θα σε περάσουν για τρελή'.

ΑξάκριγοςΕπίθετο
Αυτός που δεν έφτασε έως την άκρη.

ΆξινοςΈκφραση
Απάντηση- επίπληξη στο επιφώνημα α! * Άξινος. Δε μ΄ακούς που σου μιλάω. Ούλο α! και α!*

ΑξιώθηκεςΡήμα
Ήσουν άξιος και τα κατάφερες, μπόρεσες. * Αξιώθηκες και γίνηκες μεγάλος και τρανός*. * Δεν αξιώθηκα να πάω*.

ΑξύριγοςΕπίθετο
Αξύριστος.

ΑπαγκιάζωΡήμα
Βρίσκω μέρος  να προφυλαχτώ από το κρύο, τη βροχή, το χιόνι.

Απάγκιο (το)Ουσιαστικό
  1. Μέρος ζεστό κι απάνεμο, χωρίς αέρα.
  2. Ζεστασιά, αγάπη, φροντίδα 'Ήρθα σ΄ αυτό το σπίτι και βρήκα λίγο απάγκιο'.

Απαλάμη (η)Ουσιαστικό
Η παλάμη.

Απαλό (το)Ουσιαστικό
  1. Ευχάριστο στις αισθήσεις: Απαλή κουβέρτα, απαλό αεράκι,  απαλή μελωδία. 
  2. Όχι έντονο: Απαλό χρώμα, φως .
  3. Στα νεογέννητα: Στο επάνω μέρος του κρανίου ένα πολύ μαλακό και ευαίσθητο σημείο.

Απάνου κατ' απάνουΈκφραση
Με επιμονή, φορτικά. *Απάνου κατ' απάνου να με φιλήσει*.

ΑπάνουΕπίρρημα
Απάνω, επάνω.

ΑπαντάωΡήμα
  1. Δίνω απάντηση.
  2. Για άνθρωπο πολύ ανήσυχο. *Δε σ’ απαντάει*. Δεν μπορείς να ησυχάσεις.
  3. Με τη σημασία του συναντώ *Απάντησα τη Χρυσούλα που είχα καιρό να την δω*.

Απαντοχή (η)Ουσιαστικό
Προσδοκία, ελπίδα, αναμονή. *Δεν έχω καμιά παντοχή* . *Έχω την απαντοχή μου σε σένα*.

Απανωγόμι (το)Ουσιαστικό
Το φορτίο στο πάνω μέρος του σαμαριού. Όταν κάποιος φορτώνει σακιά σε ένα ζώο βάζει από ένα σακί δεξιά και αριστερά στα πλευρά του ζώου και ένα τρίτο από πάνω ανάμεσα στα άλλα δύο, το Απανωγόμι.

ΑπανωγράφωΡήμα
Χρεώνω στο λογαριασμό του οφειλέτη περισσότερα από τα πραγματικά χρεωστούμε να.

Απανωπροίκι (το)Ουσιαστικό
Προίκα που δίνεται, συνήθως μετά τον γάμο.

Απανωτίμι (το)Ουσιαστικό
Χρηματική απαίτηση επιπλέον της συμφωνημένης.

ΑπαράλλαχτοςΕπίθετο
Αυτός που δεν παρουσιάζει παραλλαγές, ή διαφορές σχετικά με κάποιον άλλο, ο εντελώς όμοιος *Ίδιος κι απαράλλαχτος*· Ο αμετάβλητος.

ΑπαρατάωΡήμα
Αφήνω, εγκαταλείπω, παρατώ.

Απατεωνιά (η)Ουσιαστικό
Η απάτη. Η πράξη του απατεώνα. 

ΑπαυτώνωΡήμα
Κάνω έρωτα με μια γυναίκα. Λέξη η οποία χρησιμοποιείται κυρίως για την αποφυγή άλλων μειωτικών, προσβλητικών, χυδαίων λέξεων, για τη σεξουαλική πράξη.

Απέ Πρόθεση/Επίρρημα
  1. Μετά, έπειτα, κατόπιν, ύστερα στη συνέχεια. ”Κι απέ τι σου πε μετά”. * Ας είχα χρόνο, απέ θα σε συγύριζα εγώ*.

ΑπέθαντοςΕπίθετο
Αθάνατος, πολύ γερός, ανθεκτικός (πχ ύφασμα, παπούτσια).

ΑπένταροςΕπίθετο
Χωρίς πεντάρα (νόμισμα αξίας πέντε λεπτών της δραχμής) άφραγκος, αδέκαρος.

ΑπηδάωΡήμα
  1. Πηδάω. Περνάω πάνω από ένα εμπόδιο. 'Πήγε ν΄ απηδήκει τη γράνα κι έπεσε μέσα.
  2. Θυμώνω, νευριάζω, καθώς και χαίρομαι πολύ. *Απηδάω απ’ τη χαρά μου*.

Απίδι (το)Ουσιαστικό
Το αχλάδι.

Απιδιά (η)Ουσιαστικό
Αχλαδιά.

ΑπιθώνωΡήμα
Αφήνω κάτω κάτι πού κρατάω στα χέρια μου.

ΑπίκουΕπίρρημα
Έτοιμος για δράση, σε ετοιμότητα. *Πέρνα και φώναξε. Θα είμαι απίκου*.

ΑπίστομαΕπίρρημα
*Έπεσε τ΄ απίστομα'. ' Έπεσε με το πρόσωπο κάτω. *Βάλε το λεβέτι απίστομα να στραγγίσει*.

Άπλα (η)Ουσιαστικό
Ευρυχωρία, άνεση.

Απλάδα (η)Ουσιαστικό
Ύφασμα μεγάλων διαστάσεων, από νήμα μαλλιών κατσίκας. Τις χρησιμοποιούσαν για το κουβάλημα των άχυρων από το αλώνι στον *πλέχτη* (αποθήκη σπιτιού).

Απλάδι (το)Ουσιαστικό
Ελαφρύ υφαντό μάλλινο ρούχο, μικρού μεγέθους. Το έστρωναν πάνω στο κρεβάτι.

ΑπλογιέμαιΡήμα
Αποκρίνομαι, απαντάω σε κάποιον που με φωνάζει, που με καλεί. Απλοήθηκα: Απάντησα.

ΑποβγάνωΡήμα
  1. Ξεπροβοδίζω. Συνοδεύω κάποιον που φεύγει από το σπίτι για λίγο.
  2. Διώχνω.
  3. Για οφειλές: Ξεπληρώνω, εξοφλώ.

Αποβραδιού / αποβραδίςΕπίρρημα
Από το προηγούμενο βράδυ.

Απόβραδο (το)Ουσιαστικό
Το σούρουπο.

Απόβροχο (το)Ουσιαστικό
Μετά τη βροχή.

ΑπογίνομαιΡήμα
Είμαι πολύ άρρωστος. Επιδεινώνεται η κατάστασή μου.

Απόγιομα (το)Ουσιαστικό
  1. Το απόγευμα.
  2. 6. τιμωρώ

Αποδαύτον (ε)Αντωνυμία
Από αυτόν. Χρησιμοποιείτο απαξιωτικά. *Μη πάρεις τίποτε από δαύτονε*.

ΑπόδετοςΕπίθετο
Ξυπόλητος. Χωρίς υποδήματα.

Αποδιαλέγουρο (το)Ουσιαστικό
  1. Ό,τι απόμεινε μετά την διαλογή. Απομεινάρι.
  2. Υλικό κατώτερης ποιότητας.

Αποδιώχνω Ρήμα
Διώχνω, απομακρύνω, ξεφορτώνομαι.

ΑποδώθεΕπίρρημα
Από την κοντινή σε μας πλευρά, *Αποδώθε απ’ το ποτάμι*.

ΑποζητώΡήμα
Επιθυμώ κάτι να βρω. Θέλω. *Αποζητώ λίγη ηρεμία*.

ΑποθεμελιούΕπίρρημα
Από τα θεμέλια. *Τίποτε δε βρήκαμε, το χτίσαμε μόνοι μας αποθεμελιού*.

ΑποθέτωΡήμα
Εναποθέτω, ακουμπάω, αφήνω κάτω κάτι που κρατώ.

Αποΐλα /αποήλα & Αποσκίλα (η)Ουσιαστικό
  1. Σκιερό μέρος που δεν το *βλέπει* ο ήλιος.
  2. Απομόνωση, κλεισούρα. *Μ΄ έφαγε η αποϊλα*.

ΑποκαήςΕπίρρημα
Ο φούρνος που είναι ακόμα ζεστός αφού τον έχουμε χρησιμοποιήσει μια φορά *Ρίξε το ψωμί στο φούρνο τώρα που είναι αποκαής*.

Αποκαΐδι  (το)Ουσιαστικό
Ότι μένει μετά το πέρασμα της φωτιάς. * Στάχτες κι αποκαΐδια*.

ΑποκαμωμένοςΕπίθετο
Πολύ κουρασμένος, εξαντλημένος.

ΑποκάνωΕπίρρημα
Κουράζομαι. *Κάτσε, να σταθούμε μια στάλα, απόκανα*.

ΑποκείθεΕπίρρημα
Από την άλλη πλευρά.

Απόκλαρα (τα)Ουσιαστικό
Τα μικρότερα κλαδιά από ένα δέντρο που κόψαμε. Τα πιο χοντρά (κούτσουρα και σειρήνες) πηγαίνουν στο σπίτι για τη θέρμανση του χειμώνα. Τα λεπτότερα ( τα απόκλαρα) χρησιμοποιούνται είτε για προσάναμμα είτε για το κάψιμο του φούρνου ή την περίφραξη χωραφιών.

ΑποκόβωΡήμα
Σταματώ το θηλασμό *Αποκόψαμε τα κατσίκια*.

ΑπόκονταΕπίρρημα
Από κοντά. *Την πήρε απόκοντα να δει που πάει*.

ΑποκορομμένοςΕπίθετο
Καταραμένος. *Αϊ το αποκορομμένο εδώ ήρθε, θα με φάει*, για την παρουσία φιδιού. Για οποιοδήποτε κακό ή αρρώστια ανίατη ή μεταδοτική *Αποκαρωμένη να' ΄ναι*.

Αποκοτιά  (η)Ουσιαστικό
  1. Παράτολμη πράξη. * Αν και μια σταλιά έκανε την αποκοτιά να τα βάλει μαζί του*.
  2. Ριψοκίνδυνη ενέργεια: * Έκανε την αποκοτιά και βούτηξε μες τη φωτιά*.

Αποκούμπι (το)Ουσιαστικό
  1. Συμπαράσταση – βοήθεια *Βρήκα αποκούμπι*.
  2. Το καταφύγια, το άσυλο.

ΑποκρεύωΡήμα
Τρώω για τελευταία φορά κρέας πριν τη νηστεία.

ΑποκρίνομαιΡήμα
Απαντώ, δίνω απάντηση.
Ουσιαστικό: Απόκριση. * Του μίλησα, μα απόκριση δε πήρα*.

ΑποκώλωνωΡήμα
  1. Εξαφανίζομαι πίσω από ένα ύψωμα ή απ' τη γωνία ενός σπιτιού και δεν είμαι πλέον ορατός.
  2. Πεθαίνω. * Θ' αποκολώσουμε τούτο το χειμώνα*.

Απολάω- απόληκαΡήμα
  1. Αμολάω, ελευθερώνω. *Απόληκα τα πρόβατα*.
  2. Τελειώνω, σχολάω. *Αμόληκε το σκολειό*.

Απολειφάδι
  1. Ότι απόμεινε από το σαπούνι, μετά από χρήση.
  2. Ο ανάξιος, ο τιποτένιος * Χάσου από μπροστά μου απολειφάδι*.

ΑπολησμονώΡήμα
Ξεχνώ τελείως .

Απολπίζουμαι / Απολπίζομαι
 Απελπίζομαι, απογοητεύομαι. Χάνω το θάρρος μου.

Απόλυση (η)Ουσιαστικό
Το σχόλασμα της εκκλησίας.

ΑπολυσιονάσανεΡήμα
Απελευθέρωση χωραφιών για ελεύθερη βόσκηση.
Ουσιαστικό: Απολυσιώνα

Απολυτή (η)Ουσιαστικό
Η μέρα νηστείας κατά την οποία τρώμε κρέας.

ΑπονηστέυωΡήμα
Αποκρεύω.

ΑποξεραίμομαιΡήμα
Ξεραίνομαι εντελώς.

Αποξυαλίδι (το)Ουσιαστικό
Τα μικρότερα κλαδάκια από ένα κομμένο μεγάλο κλαδί.

ΑπόξωΕπίρρημα
Απέξω. * Έμαθες το μάθημα? - Απόξω κι ανακατωτά*.

Αποπαίδι (το)Ουσιαστικό
Το αποκληρωμένο παιδί.

ΑποπαίρνωΡήμα
Επιπλήττω, κατσαδιάζω, μαλώνω.

Απόπατος (ο)Ουσιαστικό
Η τουαλέτα, το μέρος, το αποχωρητήριο.

Απόπλυμα (το)Ουσιαστικό
Το υπόλοιπο από το φαγητό, μαζί με το νερό ( χωρίς σαπουνάδα) από το ξέπλυμα των πιάτων και της κατσαρόλας . Αν δεν ήταν αρκετό προσέθεταν και κάποια επιπλέον ποσότητας τροφής και τάιζαν τα χοιρινά.

ΑπόριξεΡήμα
Απέβαλλε.

Απορριξίμι   (το)Ουσιαστικό
  1. Το έμβρυο που δεν ολοκληρώθηκε ο χρόνος κύησης και γεννήθηκε πρόωρα νεκρό.
  2. Άνθρωπος ή ζώο ελαττωματικό.

Αποσβολώνω -ομαιΡήμα
Μένω άφωνος με το στόμα να χάσκει, από έκπληξη ή αδυναμία να δώσω απάντηση. Τα χάνω.

ΑποσκιερόςΕπίθετο
Ο σκιερός.

Απόσκιο (το)Ουσιαστικό
Ο τόπος που είναι σκιερός, ο ανήλιος. *Γείραν τ΄ απόσκια στο χωριό*.

ΑποσούρνωΡήμα
Σκουπίζω

ΑποσπερίζωΡήμα
Κάνω παρέα, περνώ το βράδυ με συντροφιά.

ΑποσπερούΕπίρρημα
Απόψε το βράδυ.

Αποσπόρι (το)Ουσιαστικό
Το στερνοπαίδι, το τελευταίο σε σειρά γέννησης.

ΑποσταίνωΡήμα
Κουράζομαι, κοπιάζω, εξαντλούμαι, αποκάνω.  *Απόστασα ο καημένος* .*Απόστασε το ζωντανό απ΄ το πήγαιν' έλα*. *Μην τρέχεις, θα αποστάσεις γρήγορα*.

Αποστασίλα (η)Ουσιαστικό
Η κούραση *Έχω μια αποστασίλα*.

ΑποσώνωΡήμα
  1.   Αποτελειώνω, ολοκληρώνω κάτι.
  2. Προσθέτω λίγο ακόμη μέχρι να γεμίσει.

ΑποτείνομαιΡήμα
Απευθύνομαι.

ΑπότιγοςΕπίθετο
Απότιστος.

ΑπότρυγαΕπίρρημα
  1. Μετά τον τρύγο.
  2. *Τώρα και στ΄ απότρυγα*. Καθυστερημένα.

ΑποτρώωΡήμα
Τελειώνω το φαγητό μου.
Συνηθέστερο είναι το απόφαγα. Τέλειωσα το φαγητό μου

Απουκά / ΑπουκάτουΕπίρρημα
Από κάτω. Κάτω από. *Η γάτα μπήκε απουκά απ' το κρεβάτι*.

ΆπουλοςΕπίθετο
Απούλητος.

Απούλους, απούλες, απούλαΕπίθετο
Aπ’ όλους, απ’ όλες, απ’ όλα. * Πήρα απ' ούλα τα καλά*.

ΑπουπάνουΕπίρρημα
Από το επάνω μέρος.

Αποφαγούδι (το)Ουσιαστικό
Τα αποφάγια, τα υπολείμματα του φαγητού.

Αποφόρι  (το)
Χρησιμοποιημένο, φορεμένο ρούχο.

Αποφόρι (το)Ουσιαστικό
Φορεμένο ρούχο, παλιό. Το μεταχειρισμένο.

ΑπόφυγαΡήμα
Απέφυγα.

ΑποχαβρίζωΡήμα
Στέκομαι σαν χαμένος, τα έχω χαμένα.

Αράδα / αραδαριά (η)Ουσιαστικό
Σειρά – γραμμή *Αν είσαι και παππάς μα την αράδα σου θα πας*. * Κοιμούνται αραδαριά*.

ΑραδιάζωΡήμα
  1. Βάζω στην αράδα,  σε σειρά· Βάζω σε τάξη, παρατάσσω.
  2. Διηγούμαι με κάθε λεπτομέρεια. *Αράδιασέ τα όλα ένα ένα*.

Αραμπάς (ο)Ουσιαστικό
Άμαξα που τη σέρνουν βόδια ή άλογα.

Αραποσίτι (το)Ουσιαστικό
Καλαμπόκι, αραβόσιτος.

Αραποσιτιά (η)Ουσιαστικό
Καλαμποκιά.

ΆρατοςΕπίθετο
Ο εξαφανισμένος, ο άφαντος, αυτός που τρέπεται σε φυγή. * Μόλις με είδε έγινε άρατος*. * Άρατος έγινε , πάει, μην τον είδατε*.

ΑραχλιάζωΡήμα
Δυστυχώ.

ΆραχλοςΕπίθετο
Ο δυστυχής, συφοριασμένος, κακότυχος. *Μαύρος κι άραχλος*.

ΆραχνοςΕπίθετο
Κακομοίρης, ταλαίπωρος. Ο άμοιρος.

Αρβάλια (τα)Ουσιαστικό
Μεταλλικές κινητές χειρολαβές. (Τα χερούλια στο λεβέτι).

ΑργάζωΡήμα
  1. Κατεργάζομαι. Επεξεργασία στο τομάρι του ζώου για να γίνει δέρμα.
  2. Ξυλοκοπώ *Θα σου αργάσω το τομάρι*.
    Ουσιαστικό: το άργασμα.

Αργαλειός / λάκκος (ο)Ουσιαστικό
 Η μηχανή που χρησιμοποιούσαν  τα παλαιότερα χρόνια για την  ύφανση. 

Αργαστήρι   (το)Ουσιαστικό
Το εργαστήρι.

Άργητα / αργητό (η)Ουσιαστικό
Καθυστέρηση, αργοπορία .

Αρδέλι (το)Ουσιαστικό
Η λαβή, το χερούλι, της τέσας.

ΆρεθεΡήμα
Άρεσε.

Άρεντος / ΑρέντιγοςΕπίθετο
Αράντιστος.

Αρθιμός (ο)Ουσιαστικό
Ο αριθμός.

ΑριάΕπίρρημα
Όχι συχνά.
- * Βλέπεις καμιά φορά το Γιώργη? - 'Αριά και που*.

Αριάνι (το)Ουσιαστικό
Το αραιό τσιμεντοκονίαμα.

Αρίδα  (η)Ουσιαστικό
Το πόδι. * Άπλωσε τις αρίδες του και 'πιασε όλο το παραγώνι*.

Αρίδα (η)Ουσιαστικό
Το πόδι *Άπλωσα την αρίδα μου*.

Αρίδι (το)Ουσιαστικό
Χειροκίνητο ξυλουργικό τρυπάνι.

ΑριεύωΡήμα
Αραιώνω. Ξερίζωμα φυτών, ( καλαμπόκι, μαϊντανό, καρότα κλπ.), ώστε αυτά που μένουν να έχουν αποστάσεις για να αναπτυχθούν καλύτερα.
Ουσιαστικό Το άριεμα.

Αριολόι (το)Ουσιαστικό
Το μάζεμα καρπών που είναι λιγοστοί πάνω στα δέντρα ελιών, καρυδιών. Το κοκολόι.

ΑριομάδαΟυσιαστικό
Περιοχή με αραιά δέντρα *Πάμε τα πρόβατα στις αριομάδες να βοσκήσουν*.

ΑριοπατάωΡήμα
Κάνω μεγάλα βήματα.

Αρκουδόβατο (το)Ουσιαστικό
Είδος αγκαθωτού θάμνου .

Αρκουμάνι
  1. Εύσωμος άνθρωπος. Πολύ δυνατός.
  2. Όνομα σκύλων.

Αρλούμπα (η)Ουσιαστικό
Η κουταμάρα, η ανοησία που λέγεται κατά τη διάρκεια της συζήτησης.

Αρμαθιά (η)Ουσιαστικό
Σύνολο από όμοια πράγματα περασμένα σε κλωστή (σύκα - καπνός κλπ.).

Αρμακάς (ο)Ουσιαστικό
Ο σωρός, η στοίβα που δημιουργείται από τις πέτρες που μαζεύουν οι καλλιεργητές και τις ρίχνουν σε συγκεκριμένα σημεία πολλές μαζί (συνήθως στην άκρη του χωραφιού).

Αρμάτα (η)Ουσιαστικό
  1. Τα ξύλα της σκεπής του οικήματος. * Ετοιμάσαμε την αρμάτα. Αύριο βάνουμε κεραμίδια*.
  2. Η καλή φορεσιά, τα καλά ρούχα και κοσμήματα.

Αρματώνω-ομαιΡήμα
  1. Εξοπλίζω. Παρέχω οπλισμό.
  2. Στολίζομαι. Φοράω καλή αρματωσιά

Άρμεγμα (το)Ουσιαστικό
  1. Η διαδικασία αφαίρεσης του γάλατος από τους μαστούς των ζώων. ( Πρόβατα κατσίκες αγελάδες).
  2. Η διαδικασία διαχωρισμού του μούστου, από το δοχείου που βρίσκεται μαζί με τα τσίπουρα. Η μετάγγιση σε άλλο δοχείο.

ΑρμενίζωΡήμα
  1. Πλέω
  2. Αφαιρούμαι, ξεχνιέμαι χαζεύω

Αρμεξιάρικος-η-οΕπίθετο
Αυτός που μόλις αρμέχτηκε (συνήθως για το γάλα ή το κρασί).

Άρμη (η)Ουσιαστικό
Το πολύ αλατισμένο γάλα για τη συντήρηση του τυριού (φέτα).

Αρνάδα (η)Ουσιαστικό
Το θηλυκό αρνί.

Αρναούτης (ο)Ουσιαστικό
Ο ασουλούπωτος, ο άτσαλος.

Αρνάρι (το)Ουσιαστικό
Μεγάλη λίμα για τη λείανση ξύλων ( πχ τα στειλιάρια - τις ξύλινες χειρολαβές - σε τσεκούρια σκεπάρνια, κασμάδες κλπ. εργαλεία), καθώς και των νυχιών των αλόγων προκειμένου να τα πεταλώσουν.  

ΑροκάνηγοςΕπίθετο
Αμάσητος * Αροκάνηγο το έφαγες το ψωμί*.

Αρούκατος-η-οΕπίθετο
Απρόσεχτος, ατσούμπαλος, απλάνιγος

ΑρουλιέμαιΡήμα
  1. Ουρλιάζω, βγάζω δυνατές κι άναρθρες κραυγές, Χρησιμοποιείται κυρίως για τα ζώα (σκυλιά, λύκους κλπ.).
  2. Μεταφορικά: Άνθρωπος σε έξαλλη κατάσταση, με λόγο ασυνάρτητο, ακαταλαβίστικο. *Τί αρουλιέται αυτός έτσι?* .

ΑρουλιέμαιΡήμα;""
  1. Ουρλιάζω
    βγάζω δυνατές κι άναρθρες κραυγές
    Υποβλήθηκε από: Χρησιμοποιείται κυρίως για τα ζώα (σκυλιά

ΑρούπωτοςΕπίθετο
Αυτός που δεν χορταίνει * Δεν ρουπώνει τούτος εδώ. Άδειασε τον τέτζερη κι ακόμα τρώει*.

Αρπο(α)κολιέμαιΡήμα
Πιάνομαι και κρατιέμαι σφικτά.

ΑρταίνομαιΡήμα
Δεν νηστεύω, τρώω αρτύσιμα.
* Αρτύθηκα*. Έφαγα κάτι απαγορευμένο σε περίοδο νηστείας.

ΑρταίνωΡήμα
Βάζω λάδι στο φαγητό. *Να αρτύσεις το φαΐ*.

Αρτάρα σαλτάρα
Σηκώνομαι απότομα και χωρίς λόγο και σου επιτίθεμαι. *Αρτάρα έκανε να με καταπιεί.*

Αρταρήματα
Ασυνάρτητα λόγια, κουβέντες χωρίς ουσία, περιεχόμενο. * Τι αρταρήματα μου λες τόσην ώρα και κάθομαι και σ΄ ακούω*.

Άρτζι μπούρτζι Επίρρημα
Τρέχα γύρευε, ανακάτωμα, χωρίς τάξη -σειρά, ακαταστασία * Άρτζι μπούρτζι και λουλάς*.

ΑρτσίδιΕπίρρημα
Βρεγμένος ως το κόκκαλο *Έγινα αρτσίδι*.

Αρτυμή (η)Ουσιαστικό
Απαγορευμένη τροφή  σε περίοδο νηστείας (κρέας, ψάρι, αυγό, γαλακτοκομικά)

Αρύς – αρειά – αρύ ή αριόΕπίθετο
  1. Απόσταση. Με κενά: *Αρύ φύτρωσε το γέννημα φέτο*. *Αριά τα σκόρδα για να γίνουν*. (Φύτεψέ τα αραιά για να γίνουν μεγάλα). *Αριά δόντια*.
  2.  Λίγη ποσότητα:  *Τα μαλλιά του είναι αριά*.
  3.  Πηκτικότητα: *Αρειά σάλτσα*.

Αρχίνημα  (το)Ουσιαστικό
Το ξεκίνημα, η αρχή.

Αρχόντοι  (οι)Ουσιαστικό
Οι άρχοντες, οι διοικούντες.

ΑσαράντιγοςΕπίθετο
Αυτός που δεν έχει σαραντίσει. Δεν έχει κλείσει σαράντα μέρες.

ΑσημώνωΡήμα
Σε σπουδαία συμβάντα όπως γέννηση και γάμος, συγγενείς και φίλοι μαζί με τις ευχές για ευτυχία και καλή ζωή, κάνουν δώρα ( κοσμήματα, λουλούδια, χρήματα ) στο νεογέννητο και στη νύφη. Γενικότερα το ασήμωμα για καλή τύχη συναντάται σε κάθε τι σημαντικό καινούριο (Αγορά νέου αυτοκινήτου, σπιτιού).

Ασίκης (ο)Ουσιαστικό
Ο ωραίος, ο λεβέντης, το παλικάρι.

ΑσκέδιασταΕπίρρημα
 Χωρίς κανένα σχέδιο, πρόγραμμα, οργάνωση. Ασχεδίαστα.

Ασκέρι (το)Ουσιαστικό
  1. Στρατιωτικό σώμα τακτικού ή άτακτου στρατού.
  2. Πολυμελής ομάδα ατόμων, ή οικογένεια. τo πλήθος

ΆσκημοςΕπίθετο
Άσχημος- η- ο

Ασκί (το)Ουσιαστικό
Δοχείο φτιαγμένο από δέρμα κατσικιού ή αρνιού καταλληλά επεξεργασμένο για τη μεταφορά υγρών (μούστος).

Ασκολιέμαι
Ασχολιέμαι

ΑσκοτούριαστοςΕπίθετο
Χωρίς έγνοιες, σκοτούρες.

Ασκούτα (η)Ουσιαστικό
Φαρδύ φόρεμα.

ΑσκοφυσάωΡήμα
Ξεφυσάω, εισπνέω και εκπνέω με ήχο από θυμό ή στεναχώρια.

ΑσουλούπωτοςΕπίθετο
  1. Ο ανοικοκύρευτος.
  2. Αυτός που δεν έχει καλό σουλούπι, δηλαδή καλή εξωτερική εμφάνιση, ο άκομψος, ο απεριποίητος.

ΑστενικόςΕπίθετο
Αυτός που αρρωσταίνει τακτικά, ο ασθενικός - ευπαθής.

Αστραπόβολο (το)Ουσιαστικό
Ο κεραυνός.

Αστράχα (η)Ουσιαστικό
Το κενό που δημιουργείται μεταξύ της στέγης και του τοίχου, στο εσωτερικό μέρος του οικήματος.

Άστρι (το)Ουσιαστικό
Το άστρο, αστέρι.

Αστρίτης (ο)Ουσιαστικό
Είδος φιδιού- οχιά.

Αστροφεγγιά (η)Ουσιαστικό
Το φως των αστεριών τη νύχτα χωρίς φεγγάρι.

ΑσυγύριγοςΕπίθετο
Ακατάστατος, *Έφυγα κι άφηκα το σπίτι ασυγύριγο*.

Ασυλλογισιά  (η)Ουσιαστικό
Ανοησία, απρονοησία.

Ασυναίστητα Επίρρημα
Ασυναίσθητα, χωρίς επίγνωση.

ΑσύφταγοςΕπίθετο
Ο λαίμαργος, ο αχόρταγος.

ΑσφάκαΟυσιαστικό
Θάμνος με έντονη μυρωδιά και όμορφα κίτρινα άνθη.

Άτα
Λέξη που λέμε στα μωρά στα πρώτα τους βήματα.

ΑτζιαμήςΕπίθετο
Ο ατζαμής.

ΑτσάκιγοςΕπίθετο
Ατσαλάκωτος. Καλοσιδερωμένος , καλοντυμένος.

Ατσίδας (ο)Ουσιαστικό
:επιτήδειος, ικανός, έξυπνος, επιδέξιος, γάτος? πονηρός

ΑτσούμπαλοςΕπίθετο
Αυτός που προκαλεί ζημιές από αδεξιότητα. Ο ασουλούπωτος, ο κακοφτιαγμένος.

ΆτταροςΕπίθετο
  1. Άτταρα λέμε τα νεογέννητα κατσικάκια και αρνάκια, τα οποία μετά την γέννησή τους δεν μπορούν να σταθούν σταθερά στα πόδια τους. Το αυγό του οποίου το τσόφλι δεν είναι σκληρό αλλά ελαστικό.
  2. Ο αδύναμος, ανώριμος, νωθρός άνθρωπος.

Αυτουνού Αντωνυμία
Αυτού. Το χρησιμοποιούμαι όταν δε γνωρίζουμε το όνομα * Αυτουνού του ανθρώπου*.

ΑφαιρεμένοςΕπίθετο
Αφηρημένος βλάκας, άχρηστος *- Πήρες αυτό που σου είπα? -Όχι, το ξέχασα! -Μα καλά, μπίτι αφαιρεμένος είσαι*.

Αφαλαρίδα (η)Ουσιαστικό
Είδος αγκαθιού, με μπλε χρώμα και σκληρά αγκάθια.

Αφάλια  (η)Ουσιαστικό
  1. Επιπλέον έγνοια, η ζημιά.* Αφάλια που μ' άνοιξες*.

ΑφαλοκόβωΡήμα
  1. Κόβω τον ομφάλιο λώρο.
  2. Προκαλώ έντονο πόνο στην κοιλιά με δυνατό χτύπημα *Θα σε αφαλοκόψω*.

ΑφανίζωΡήμα
Εξαφανίζω, δεν αφήνω ίχνος .

ΑφήτεΡήμα
Αφήστε.
Ρήμα: αφήνω.

ΑφιονίζωΡήμα
Δίνω αφιόνι, ναρκώνω.

ΑφόρετοςΕπίθετο
Καινούργιο ρούχο. Που δεν έχει χρησιμοποιηθεί.

ΑφορμίζωΡήμα
Όταν η πληγή μολύνεται και έχει φλεγμονή. *Το σπυρί αφόρμισε*.

ΆφραγκοςΕπίθετο
Όποιος δεν έχει χρήματα.

Άφρι (το)Ουσιαστικό
Ο αφρός. (Από το κρέας που βράζει , το γάλα κλπ.)

ΆφτουροςΕπίθετο
Αυτός δεν φτουράει, δεν επαρκεί, δεν είναι αρκετός. *Δε φτούρησε το ψωμί*.

Άφτρα (η)Ουσιαστικό
Η άφθα. Έλκη - πληγές που εμφανίζονται στα χείλη, στη γλώσσα, ή μέσα στο στόμα.

ΑφχαρίστηγοςΕπίθετο
Ο ανικανοποίητος, που δεν ευχαριστιέται με τίποτε. * Ό,τι κι αν του κάνεις, αφχαρίστηγος είναι*.

ΑφώτιγαΕπίρρημα
Πριν φωτίσει, νωρίς το πρωί.

ΑχαΐρευτοςΕπίθετο
Όποιος δεν έκανε προκοπή στη ζωή του, ή δεν είναι ικανός να κάνει χαΐρι, ο ανεπρόκοπος.

Αχαμνά (τα)Ουσιαστικό
Οι όρχεις.

ΑχαμναίνωΡήμα
Αδυνατίζω, χάνω μυϊκή μάζα.

ΑχαμνόςΕπίθετο
Ασθενικός, αδύνατος, λιπόσαρκος.

ΑχάραγοΕπίρρημα
Πριν το ξημέρωμα, πριν να φωτίσει.

ΆχεΣύνδεσμος
Αν, εάν. *Άχε το 'ξερα, θα ‘βλεπες τι θα 'κανα*.

Αχείλι (το)Ουσιαστικό
Το χείλος, *Για δε γελάει τ΄αχείλι σου*.

ΑχερίζωΡήμα
 Βάζω άχυρο στο παχνί των ζώων.

Άχερο (το)Ουσιαστικό
Το άχυρο.

Αχιβάδα (η)Ουσιαστικό
Το κοίλωμα της καμινάδας του τζακιού.

ΑχίζωΡήμα
Βουίζω. *Που πας? Αχίζει το ρέμα*. Τρέχει πολύ νερό και παράγεται έντονος ήχος - βουητό από την ορμητική ροή.
Ουσιαστικό: Αχός.

Αχλαδιά (η)Ουσιαστικό
Γκορτσιά.

Άχνα  (η)Ουσιαστικό
  1. Ο ατμός από το φαγητό που βράζει.
  2. Σιωπή, τσιμουδιά. *Δεν έβγαλε άχνα απ' την ώρα που 'ρθε*. Δεν είπε τίποτε, έμεινε σιωπηλό.
  3. Η ελαφριά αναπνοή.

Αχνάρι / αγνάρι (το)Ουσιαστικό
Το αποτύπωμα του πέλματος, το ίχνος, η πατημασιά.

Αχός (ο)Ουσιαστικό
Ήχος ακαθόριστος , βουητό.

ΑχουγιάζωΡήμα
Διώχνω, ζώα ή ανθρώπους, με δυνατές φωνές ή βρισιές. Αποπαίρνω.

Αχούρι (το)Ουσιαστικό
  1. Ο στάβλος. Ο χώρος για τα άχερα, τις ζωοτροφές και τα ζώα.
  2. Το βρώμικο ακατάστατο σπίτι. *Το σπίτι τους είναι ίδιο αχούρι*.

ΑχρόνιαγοΕπίθετο
  1. Αυτός που δεν χρόνισε, που δεν συμπλήρωσε ακόμη ένα έτος ζωής.
  2. Κατάρα: Να μη χρονίσει, να πεθάνει πριν περάσει ο χρόνος.. * Ε! το αχρόνιαγο ζημιά που μου ‘κανε*.

Αχταρμάς (ο)Ουσιαστικό
Χαώδης κατάσταση, ανακάτεμα, μπέρδεμα, πραγμάτων, καταστάσεων ή γεγονότων. Όταν επικρατεί σύγχυση αντί να διευθετηθεί μια κατάσταση. * Διάβαζα τόση ώρα και τίποτα δε κατάλαβα, ένας αχταρμάς είναι όλα στο μυαλό μου*.

Άχτι (το)Ουσιαστικό
  1. Εκδίκηση. *Του τις έβρεξα κι έβγαλα το άχτι μου*.
  2. Σφοδρή επιθυμία, πόθος. *Άχτι το ’χω να πάω κι εγώ μια φορά με το αεροπλάνο*.

Αχώνευτος (ο)Επίθετο
  1. Η τροφή που δύσκολα χωνεύεται, η δύσπεπτη. *Μα τι είχε μέσα αυτό το φαγητό? Πέτρες, και δε μπορώ να χωνέψω?*.
  2. Για άνθρωπο: Ο αντιπαθής, ο ανυπόφορος.
  3. Ημιτελής αποσύνθεση:  *Aχώνευτη είναι η κοπριά*.  * Υπομονή, δε χωνέψανε τα κάρβουνα ακόμη*. 

Αψάδα (η)Ουσιαστικό
Η σβελτοσύνη, η γρηγοράδα.

Άψε σβήσεΕπίρρημα
Πάρα πολύ γρήγορα, άμεσα, χωρίς να μεσολαβήσει χρόνος.

Αψηφώ Ρήμα
Περιφρονώ, δεν λαμβάνω υπόψη, αδιαφορώ, δεν υπολογίζω.

Αψύς-ια-υΕπίθετο
  1. Δριμύς, τσουχτερός, με έντονη καυτερή γεύση. *Πολύ αψύ είναι το ξίδι σου*.
  2. Ο ευέξαπτος, αυτός που *αρπάζεται* εύκολα.


Υποβολή ονόματος